Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2007

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ






Α. ΟΙ ΠΟΝΤΙΟΙ




Στην περιοχή της Σεβαστειας και του Ερζινγκιαν υπήρχαν ισχυρές ελληνικές κοινότητες με σχολεία και εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου. Μετά τον ρωσοτούρκικο πόλεμο και την ήτα της Ρωσίας το 1878 οι έλληνες φοβούμενη αντίποινα των Τούρκων εγκαταλείπουν μαζικά τα μέρη όπου έζησαν αιώνες οι πρόγονοι τους και αναζητούν πατρίδα ανατολικότερα στην περιοχή Καρς - Αρνταχάν, που το 1878 με την συνθήκη του Βερολίνου είχε παραχωρηθεί στην Ρωσία. Η Ρωσία επιδιώκοντας να ενισχύσει την περιοχή με χριστιανικό πληθυσμό παραχωρεί εδάφη στους Έλληνες του Πόντου να εγκατασταθούν. Στα τέλη του καλοκαιριού του 1878 εγκαθίστανται οι πρώτοι μετανάστες στο Φαχρέλ, προερχόμενοι απο το Τσαταχ της Αργυρούπολης. Εκεί τους περιμένει ο βαρύς χειμώνας του Καυκάσου και πάρα πολλές δυσκολίες. Αρχίζει ένας σκληρός αγώνας επιβίωσης. Σύντομα τα καταφέρνουν, βάζουν την ζωή τους σε μια σειρά. Στήνουν το σπιτικό τους, το σχολείο, την εκκλησία του Άι Γιώργη. Δένονται με τον νέο τόπο κατοικίας τους, ζωντανεύουν τον πολιτισμό τους, τα ήθη και τα έθιμα της μητροπολιτικής τους πατρίδας, αλλά πάντα έχουν στραμμένο το μυαλό τους στην μητροπολιτική πατρίδα τους, όπου έζησαν αιώνες οι πρόγονοι τους.
Μετά από σαράντα χρόνια δημιουργίας, ανάπτυξης και προκοπής σ' αυτόν εδώ τον τόπο δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι τους περιμένει μια δεύτερη εξορία. Στις 15 Δεκεμβρίου του 1917 η Ρωσία υπογράφει ανακωχή με την Γερμανία στο Μπρεστ-Λιτόφσκ και στις 3 Μαρτίου του 1818 υπογράφει την συνθήκη ειρήνης. Με την συνθήκη αυτή η Σοβιετική Ένωση μεταξύ άλλων επιστρέφει και τα εδάφη αυτά στην Τουρκία. Στις νέες δύσκολες συνθήκες δεν τους απομένουν και πολλές επιλογές. Ξαναπαίρνουν τον δρόμο της εξορίας, (βλέπετε παρακάτω το χρονικό φυγής). Αυτή την φορά ψάχνουν και βρίσκουν την έξοδο προς την Ελλάδα. Μαζεύουν ότι μπορούν από τα υπάρχοντα τους και παίρνουν πάλι το δρόμο της προσφυγιάς. Δεν ξεχνούν τις εικόνες και την καμπάνα από την εκκλησία του Άι Γιώργη. Ένας νέος Γολγοθάς αρχίζει. Μέσα από κακουχίες, ταλαιπωρίες και θανάτους ψάχνουν έξοδο προς την Θάλασσα. Το καράβι τους φέρνει στην Μακεδονία. Η ιστορία 40 χρόνων στο Φαχρέλ τελείωσε τόσο άδοξα. Πρώτη εγκατάσταση στην Καλαμαριά. Η αρρώστιες και ιδιαίτερα η ελονοσία θερίζουν στην Καλαμαριά. Ύστερα από μία δραματική παραμονή αναχωρεί επιτροπή, αποτελούμενη απο τον Κωνσταντινίδη Αναστάσιο και τον Σιδηρόπουλο Κοσμά, για το Μακροχώρι της Ημαθείας για εξετάσει τις συνθήκες διαβίωσης εκεί. Διαπιστώνουν οτι και εδώ οι συνθήκες είναι ίδιες με αυτές της Καλαμαριάς. Τελικά καταλήγουν το 1922 στην Μαλόφτσα του Κιλκίς, που μάλιστα είχε πολλές ομοιότητες με το Φαχρέλ. Ο κύριος όγκος των κατοίκων του Φαχρέλ εγκαταστάθηκε στην Μαλόφτσα, σήμερα Ηλιόλουστο. Οι υπόλοιποι εγκαταστάθηκαν στον Ακρίτα, το Χωρήγι Κιλκίς και στο Λευκώνα Σερρών. Στη Μαλόφτσα οι πρόσφυγες με ανοιχτές ακόμα τις πληγές αρχίζουν πάλι από την αρχή. Άνθρωποι υπερήφανοι, εργατικοί ξεχερσώνουν την γη, την καλλιεργούν και μαζεύουν την σοδειά. Γίνονται χτίστες και μάστορες για να στεγάσουν τις οικογένειες τους. Ταυτόχρονα χτίζουν το σχολείο και την εκκλησία του Άι Γιώργη. Ριζώνουν για τα καλά σε τούτον τον τόπο. Δίνουν καθημερινά αγώνα για επιβίωση και βελτίωση της ζωής τους μέσα από αντιξοότητες και δύσκολες συνθήκες. Σταδιακά με την πάροδο του χρόνου προσαρμόζουν την παραγωγή τους και την ζωή τους γενικότερα στις νέες τεχνολογίες. Σιγά - σιγά αλλάζουν την εικόνα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του τόπου. Άνθρωποι προοδευτικοί συμμετέχουν στα κοινά. Παίρνουν μέρος στους εθνικούς αγώνες. Έρχονται πολλές φορές αντιμέτωποι με την υπάρχουσα νοοτροπία και δεν διστάζουν να συγκρουσθούν με τα οργανωμένα συμφέροντα. Κορυφαίες στιγμές η περίοδος της εθνικής αντίστασης 1940-1944, του εμφυλίου πολέμου 1947-1949 και το 1979-1980 ότν έρχονται σε σύγκρουση με τον τσιφλικά Σουλτογιάννη που καταπατεί 1200 σρέμματα δημόσιας εκτάσεις.
Στα 40 χρόνια ζωής στον τόπο αυτό στεριώνουν για τα καλά και έχουν βάλει την ζωή τους σε καλό δρόμο. Δεν μπορούσαν όμως να φαντασθούν ότι μέσα στα 40 αυτά χρόνια θα ξαναβλέπανε τα παιδιά τους να παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς. Την δεκαετία του '60 η πλειοψηφία των νέων του χωριού μεταναστεύει στην βόρεια Ευρώπη, κυρίως στη Γερμανία, για αναζήτηση εργασίας και βελτίωσης της ζωής των οικογενειών τους. Σήμερα μετά από τόσα χρόνια οι περισσότεροι έχουν γυρίσει στο χωριό σαν συνταξιούχοι.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΦΥΓΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΧΡΕΛ

Στα μέσα του Ιούνη του 1920 ο Γιάννης Καλτσίδης, ταγματάρχης του Ρωσικού στρατού, βλέποντας οτι η κατάσταση γινόταν όλο και πιο κρίσιμη για τους Έλληνες που είχαν απομείνει στα χωριά του Αρνταχάν, της Κιόλας και της Όλτης έκανε μια επείγουσα επίσκεψη στην περιοχή για να διαπιστώσει τις ανάγκες τους, να τονώσει το ηθικό τους και να τους πείσει να μην πανικοβληθούν και να εξακολουθήσουν να παραμείνουν στον τόπο τους μέχρι να εξασφαλιστούν όλες οι προϋποθέσεις για την ομαλή μετανάστευση τους στην Ελλάδα.
Μετά απο μερικούς μήνες, στις αρχές του Οκτώβρη, η κατάσταση είχε γίνει έκρυθμη και οι περισσότεροι είχαν αποχωρήσει απο τα χωριά τους, ενω αναμενόταν η άφιξη του τούρκικου στρατού. Ο ταγματάρης Καλτσίδης ανησυχώντας τράβηξε για τα χωριά του Αρνταχάν γνωρίζοντας το πόσο σθεναρά είχαν αντισταθεί στις επιθέσεις των τούρκων. Φοβούμενος και αντίποινα προσπάθησε να τους πείσει ότι πρέπει να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να φύγουν αμέσως για Βατούμ, χωρίς να χάσουν χρόνο και τους επεσήμανε τον κίνδυνο να τους προλάβουν οι Τούρκοι, οι οποίοι σύμφωνα με την συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, έρχοταν να καταλάβουν νόμιμα τα εδάφη του Κάρς και του Αρνταχάν. Οι εναπομείναντες Έλληνες της επαρχίας Αρνταχάν και της περιοχής της Κιόλας παίρνοντας τα κειμήλια τους και ότι άλλο μπορούσαν έφειγαν την άλλη μέρα το πρωί για το Βατούμ. Εξαίρεση αποτέλεσαν οι κάτοικοι τεσσάρων χωριών του Φαχρέλ, Χανάκ, Τοροσκώφ και Πεπερέκ, οι οποίοι δεν δέχοταν με κανένα τρόπο να εγκαταλείψουν τα χωριά τους. Ο Καλτσίδης που παρέμεινε στην πόλη του Αρνταχάν για να επιβλέψει την αναχώρηση τους, μόλις το έμαθε έστειλε τον συνοδό του, έναν πρώην αστυνομικό, για να τους πείσει να βιαστούν να φύγουν.
Επιστρέφοντας ο αστυνομικός με την συνοδεία του ενημέρωσε τον Καλτσίδη ότι οι κάτοικοι των τεσσάρων χωριών αρνούνται να εγκαταλείψουν την περιοχή και δηλώνουν μάλιστα πανέτοιμοι να αντιμετωπίσουν κάθε επιθετική ενέργεια των Τούρκων.
- Μακάρι,είπε, ο Καλτσίδης. Εμείς κάναμε το χρέος μας.
Μετά την κατάληψη του Κάρς απο τον τούρκικο ταχτικό στρατό, ο Καλτσίδης, ενημέρωσε αμέσως το Ελληνικό τοπικό κλιμάκιο, ότι οι κάτοικοι τεσσάρων χωριών του Αρνταχάν παραμένουν στις εστίες τους και ότι φοβάται να μην κατασφαγούν απο τα άταχτα μπουλούκια των Τούρκων. Με την σύμφωνη γνώμη και του αρχηγού της Ελληνικής αποστολής αναλαμβάνει ο ίδιος ο Καλτσίδης με συνοδό έναν γεωργιανό αξιωματικό να διεκπεραιώση την μετακίνηση των κατοίκων των τεσσάρων χωριών. Ύστερα απο πολλές δυσκολίες με καιρικές συνθήκες αντίξοες φθάνουν στο ελληνικό χωριό Χανάκ. Μαζεύει όλο τον ανδρικό πληθυσμό στο σπίτι του δασκάλου Γιώργου Αδαμίδη και μετά απο πολλές αντιρήσεις τους πείθει τελικά να εγκαταλείψουν το χωριό και να φύγουν στην Ελλάδα μέσω Βατούμ. Την επόμενη μέρα πήγε στο Φαχρέλ, όπου με τα ίδια επιχειρήματα τους έπεισε τελικά να φύγουν αμέσως. Στο τοροσκώφ και το Πεπερέκ δεν έδωσαν καμία σημασία στα μηνύματα του.
Οι κάτοικοι του Χανάκ και του Φαχρέλ τον ακολούθησαν με τα κάρα τους μέχρι το Μπορζόμ. Από εκεί, πουλώντας τα κάρα και τα ζώα τους, πήραν το τρένο για το Βατούμ.



Β. ΟΙ ΒΛΑΧΟΙ

Οι βλάχοι εγκαταστάθηκαν στο Ηλιόλουστο σταδιακά από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 μέχρι της αρχές του 1960. Η πρώτη οικογένεια που κατοίκησε στον οικισμό ήταν του Θεόδωρου Ναούμη, η οποία έχει την καταγωγή της απο την Ζίτσα της Ηπείρου. Στο νομό Κιλκίς ήρθε το 1927 και παρέμεινε για ένα χρόνο στα Κουτσοκωσταίικα. Το 1928 μετακόμισε στο γειτονικό κτήμα του Κολοβού και το 1934 εγκαταστάθηκε μόνιμα πλέον στο Ηλιόλουστο. Στην συνέχεια ήρθαν και οι άλλες οικογένειες και δημιούργησαν στο βορειοδυτικό τμήμα του χωριού των οικισμό των βλάχων ή "τα βλάχικα" όπως το λέγανε. Τα πρώτα χρόνια η κύρια ασχολία τους ήτανε η κτηνοτροφία και μάλιστα η ενασχόληση με τα πρόβατα. Αργότερα όταν τους παραχωρήθηκαν αγροτεμάχια ασχολήθηκαν με την γεωργοκτηνοτροφία. Πολλές απο τις οικογένειες που ήρθαν αργότερα κατάγονται από το Κεφαλόβρυσο της Ηπείρου. Οι βλάχοι είναι δίγλωσση. Για το λόγο αυτό παλαιότερα τους αποκαλούσαν και "ρουμανόβλαχους". Αντίθετα ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα βλάχικα μοιάζουν περισσότερο με τα Λατινικά παρά με τα Ρουμάνικα. Οι βλάχοι διατηρούν τα ήθη και τα έθιμα μέχρι σήμερα.
Σήμερα είναι δύσκολο κανείς να κάνει διαχωρισμό ανάμεσα σε βλάχους και πόντιους.



Σημείωση: Όποιος γνωρίζει δεδομένα που δεν συμπεριλαμβάνονται στο παραπάνω κείμενο ή θέλει να προσθέσει ή σχολιάσει παρακαλώ να τα στείλει στο παρακάτω:
e-mail: vasilis4646@yahoo.gr





Δεν υπάρχουν σχόλια: